μάχομαι


μάχομαι
(отлож.) (с дат. п.) сражаюсь с кем

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "μάχομαι" в других словарях:

  • μάχομαι — βλ. πίν. 32 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μάχομαι — fight pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχομαι — (ΑM μάχομαι) 1. διεξάγω ή συνάπτω μάχη, κάνω πόλεμο, πολεμώ 2. καταβάλλω έντονες προσπάθειες για να φέρω κάτι σε πέρας, πασχίζω να πετύχω κάτι, αγωνίζομαι με όλες μου τις δυνάμεις να πραγματοποιήσω τους σκοπούς μου, καταβάλλω μεγάλους κόπους ώστε …   Dictionary of Greek

  • μάχομαι — [махомэ] р. бороться, сражаться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μάχομαι — 1. δίνω μάχη, πολεμώ, συγκρούομαι: Οι στρατιώτες μάχονταν για την ελευθερία της πατρίδας. 2. μτφ., αγωνίζομαι σκληρά, καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια: Μάχεται για την προάσπιση των συμφερόντων της οικογένειάς του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαχεῖσθε — μάχομαι fight fut ind mid 2nd pl (attic epic ionic) μάχομαι fight pres imperat mp 2nd pl (attic epic ionic) μάχομαι fight pres opt mp 2nd pl (epic ionic) μάχομαι fight pres ind mp 2nd pl (attic epic ionic) μάχομαι fight imperf ind mp 2nd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχουμένων — μάχομαι fight fut part mid fem gen pl (attic epic doric ionic) μάχομαι fight fut part mid masc/neut gen pl (attic epic doric ionic) μάχομαι fight pres part mp fem gen pl (attic epic doric ionic) μάχομαι fight pres part mp masc/neut gen pl (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχούμενον — μάχομαι fight fut part mid masc acc sg (attic epic doric ionic) μάχομαι fight fut part mid neut nom/voc/acc sg (attic epic doric ionic) μάχομαι fight pres part mp masc acc sg (attic epic doric ionic) μάχομαι fight pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχεσθον — μάχομαι fight pres imperat mp 2nd dual μάχομαι fight pres ind mp 3rd dual μάχομαι fight pres ind mp 2nd dual μάχομαι fight imperf ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχοίατο — μάχομαι fight fut opt mid 3rd pl (attic epic ionic) μάχομαι fight pres opt mp 3rd pl (epic ionic) μάχομαι fight pres opt mp 3rd pl (epic ionic) μαχάω wish to fight pres opt mp 3rd pl (epic ionic) συμμαχέω to be an ally pres opt mp 3rd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχοίμεθα — μάχομαι fight fut opt mid 1st pl (attic epic doric ionic) μάχομαι fight pres opt mp 1st pl (attic epic doric ionic) μάχομαι fight pres opt mp 1st pl μαχάω wish to fight pres opt mp 1st pl (attic epic doric ionic) συμμαχέω to be an ally pres opt… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)